διαψηφίζω

διαψηφ-ίζω, [dialect] Dor. [tense] aor. inf. διαψᾱφίξαι,
A put to the vote,

τὰν γνώμαν IG12(3).249.38

([place name] Anaphe); δ. τοὺς φόρους keep account of tribute, of the rationales, Lyd.Mag.3.46.
II more freq. Dep. διαψηφίζομαι, [dialect] Att. [tense] fut. -ιοῦμαι, vote by ballot, Antipho 5.8, Hyp.Eux.40, etc.;

δ. περὶ δίκης Pl.Lg.937a

; δ. κρύβδην, κρύφα, And.4.3, Th.4.88.
2 decide by vote, τι Lys.26.1; ταύτῃ διαψηφίσασθε v.l.in D.28.23.
III [voice] Pass.,

διαψηφισθεὶς εἰ γνήσιός ἐστι Lib.Decl.16.29

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαψηφίσει — διαψήφισις voting by ballot fem nom/voc/acc dual (attic epic) διαψηφίσεϊ , διαψήφισις voting by ballot fem dat sg (epic) διαψήφισις voting by ballot fem dat sg (attic ionic) διαψηφίζομαι aor subj act 3rd sg (epic) διαψηφίζομαι fut ind mid 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαψηφιζομένων — διαψηφίζομαι pres part mp fem gen pl διαψηφίζομαι pres part mp masc/neut gen pl διαψηφίζω put to the vote pres part mp fem gen pl διαψηφίζω put to the vote pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαψηφιζόντων — διαψηφίζομαι pres part act masc/neut gen pl διαψηφίζομαι pres imperat act 3rd pl διαψηφίζω put to the vote pres part act masc/neut gen pl διαψηφίζω put to the vote pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαψηφιουμένων — διαψηφίζομαι fut part mid fem gen pl (attic epic doric) διαψηφίζομαι fut part mid masc/neut gen pl (attic epic doric) διαψηφίζω put to the vote fut part mid fem gen pl (attic epic doric) διαψηφίζω put to the vote fut part mid masc/neut gen pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαψηφισαμένων — διαψηφίζομαι aor part mid fem gen pl διαψηφίζομαι aor part mid masc/neut gen pl διαψηφίζω put to the vote aor part mid fem gen pl διαψηφίζω put to the vote aor part mid masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαψηφίσεις — διαψήφισις voting by ballot fem nom/voc pl (attic epic) διαψήφισις voting by ballot fem nom/acc pl (attic) διαψηφίζομαι aor subj act 2nd sg (epic) διαψηφίζομαι fut ind act 2nd sg διαψηφίζω put to the vote aor subj act 2nd sg (epic) διαψηφίζω put… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαψηφίζομαι — και διαψηφίζω (ΑΝ) δίνω την ψήφο μου, ψηφίζω μσν. ενεργ. υπολογίζω τους φόρους αρχ. 1. αποφασίζω με ψήφο 2. παθ. κρίνομαι με ψήφο 3. ενεργ. θέτω σε ψηφορορία …   Dictionary of Greek

  • διαψηφιζομένου — διαψηφίζομαι pres part mp masc/neut gen sg διαψηφίζω put to the vote pres part mp masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαψηφιζέσθω — διαψηφίζομαι pres imperat mp 3rd sg διαψηφίζω put to the vote pres imperat mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαψηφιζόμενοι — διαψηφίζομαι pres part mp masc nom/voc pl διαψηφίζω put to the vote pres part mp masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαψηφιοῦμαι — διαψηφίζομαι fut ind mid 1st sg (attic epic doric) διαψηφίζω put to the vote fut ind mid 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.